Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Υπόθεση Διστόμου - Μέρος Ι

της Άντυς Λιακοπούλου

Η υπόθεση του Διστόμου, η διεκδίκηση δηλαδή αποζημίωσης από το γερμανικό δημόσιο από μέρους των συγγενών των θυμάτων της σφαγής στο Δίστομο το 1944, πέρα από τις πολιτικές διαστάσεις που αναπόφευκτα έχει προσλάβει, συνιστά ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον νομικό ζήτημα, καθώς συνέχεται άμεσα με τα όρια της αρχής της ετεροδικίας κρατών. Η ετεροδικία, η εξαίρεση, με άλλα λόγια αλλοδαπών κρατών από τη  διεθνή δικαιοδοσία των πολιτειακών δικαστηρίων, συνιστά κανόνα του δημοσίου διεθνούς δικαίου, ο οποίος εξασφαλίζει την αποφυγή προσβολής των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών και κατ'επέκταση επιβάρυνσης των διακρατικών σχέσεων εξαιτίας της υπαγωγής στην κρατική δικαιοδοσία αλλοδαπών κρατών[1].

Στο πρώτο αυτό μέρος του άρθρου για το Δίστομο, θα αναλυθεί η δικαστική  πορεία μέχρι την περίφημη απόφαση ΟλΑΠ 11/2000, η οποία δέχθηκε εξαίρεση από την αρχή της ετεροδικίας για την περίπτωση των σφαγών στο Δίστομο. Προτού όμως αναλύσουμε τις σχετικές αποφάσεις, χρήσιμη είναι μια σύντομη αναφορά στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης[2].

Στις 10 Ιουνίου 1944 οι Γερμανοί της Γκεστάπο και των SS Λειβαδιάς κατευθύνθηκαν με δύο αυτοκίνητα προς την Αράχωβα. Στο δρόμο πυροβολούσαν και σκότωναν κάθε Έλληνα που συναντούσαν. Φτάνοντας στο Δίστομο άρχισαν να λεηλατούν ό,τι έβρισκαν. Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το χωριό Στείρι, στο δρόμο για το οποίο έπεσαν σε ενέδρα Ελλήνων, όπου οι Έλληνες αντάρτες σκότωσαν 18 Γερμανούς . Για αντίποινα λοιπόν οι Γερμανοί γύρισαν στο Δίστομο και διέταξαν όλους τους κατοίκους να κλειστούν στα σπίτια τους. Ύστερα κύκλωσαν το χωριό, τοποθέτησαν φρουρούς στις εξόδους και άρχισαν ομαδικές σφαγές. Γερμανοί ξιωματικοί και απλοί στρατιώτες επιδόθηκαν σε λεηλασίες, βιασμούς και σφαγιασμούς. Θύματά τους γέροι, νέοι, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ακόμα και νήπια.
Οι συγγενείς διακοσίων ενός από τα θύματα της φοβερής εκείνης θηριωδίας αξίωσαν από το γερμανικό δημόσιο[3]- διάδοχο του Γ’Ράιχ- εκτός των άλλων, και αποζημίωση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν λόγω της υπό τις παραπάνω συνθήκες  απώλειας των οικείων τους.
Κατέφυγαν λοιπόν στο Πολυμελές  Πρωτοδικείο Λιβαδιάς[4], το οπoίο με απόφασή του τόνισε τα εξής δύο σημεία: πρώτον, ότι για πράξεις κράτους iure gestionis (πράξεις συναλλακτικές, με τις οποίες το κράτος συμμετέχει ως ίσος προς ίσο στην ιδιωτική συναλλακτική ζωή[5]) δεν ισχύει η ετεροδικία και, δευτερον, ότι με τη συμπεριφορά αυτή των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, το γερμανικό Ράιχ ουσιαστικά παραιτείται του προνομίου της ετεροδικίας[6]. Η απόφαση όμως αυτή πάσχει σε δύο σημεία: αφ’ενός χρησιμοποιεί τη διάκριση iure imperii-iure gestionis, χωρίς να υπεισέρχεται σε βαθύτερο συλλογισμό για τα όριά τους και, κατ’αποτέλεσμα, για τα κριτήρια διάκρισής τους και αφ’ετέρου, δεν εξηγεί πώς συνάγεται το συμπέρασμα περί παραίτησης[7].

Εν συνεχεία, η υπόθεση έφτασε στο Εφετείο Αθηνών[8], το οποίο  έκρινε ότι συντρέχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και δικαίωσε τους ενάγοντες, χαρακτηρίζοντας άμεσα τις επίδικες πράξεις ως de iure gestionis[9]
Το γερμανικό δημόσιο ακολούθως έκανε αίτηση αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης με τους υπ’αριθ.1,19,4 και 14 λόγους του α.559 ΚΠολΔ[10]. Η υπόθεση από το Α’ Τμήμα του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε λόγω σπουδαιότητας[11] στην Ολομέλεια, η οποία εξέδωσε μια άκρως ενδιαφέρουσα απόφαση, της οποίας τα επιχειρήματα χρήζουν διεξοδικής ανάλυσης.
Πυρήνα του ζητήματος συνιστά το αν η εξαίρεση από την ετεροδικία λόγω παράβασης του δικαίου του πολέμου αποτελεί ήδη αποκρυσταλλωμένο κανόνα του διεθνούς δικαίου. Ως προς αυτό ο ΑΠ, ακολουθώντας κλιμακωτό συλλογισμό, κρίνει ότι: (i) Κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου και κατά συνέπεια γενικά παραδεδεγμένο κανόνα του δημοσίου διεθνούς δικαίου, ο οποίος συνιστά κατ’άρθρο 28παρ.1 Συντ. αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ,   αποτελεί η ετεροδικία (ii)Στη διεθνή έννομη τάξη έχει επικρατήσει πλέον το σύστημα της σχετικής ετεροδικίας, της κάλυψης δηλαδή από το προνόμιο μόνο των πράξεων εκείνων που συνιστούν άσκηση κυριαρχικής εξουσίας (iure imperii) και της εξαίρεσης από αυτό πράξεων διαχείρισης (iure gestionis). Η διάκριση μεταξύ των πράξεων ιure imperii και iure gestionis γίνεται με βάση το δίκαιο του forum.(iii) Η σχετική ετεροδικία υιοθετείται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ετεροδικία των Κρατών, [12]η οποία επικυρώθηκε από οχτώ κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά εφαρμόζεται και από άλλα, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία. Κατά το άρθρο 11 λοιπόν της κωδικοποιητικής[13] αυτής Σύμβασης[14] «ένα συμβαλλόμενο κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ετεροδικία του στο δικαστήριο ενός άλλου συμβαλλόμενου κράτους σχετικά με την αστική του ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας (στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση) που προκλήθηκε από αδικοπραξίες σε βάρος προσώπου ή περιουσίας (από πρόθεση ή αμέλεια σωματική βλάβη, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, εμπρησμός κλπ), ανεξάρτητα από το αν η αδικοπραξία τελέστηκε από το συμβαλλόμενο κράτος iure imperii ή iure gestionis». Παρόμοια διάταξη περιλαμβάνει και το σχέδιο της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του 1991 του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου.
Τα παραπάνω νομοθετήματα και σχέδια, η αναφορά σε εγχώριους νόμους[15] σε διάφορα κράτη του κόσμού και, τέλος, μεγάλο τμήμα της διεθνούς νομολογίας και θεωρίας οδήγησαν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι έχει ήδη διαμορφωθεί εθιμικός κανόνας διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο «τα εγχώρια δικαστήρια, κατ’εξαίρεση από την αρχή της ετεροδικίας, έχουν διεθνή δικαιοδοσία να επιδικάζουν αγωγές αποζημίωσης (στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση) για αδικοπραξίες που τελέστηκαν σε βάρος προσώπων και της περιουσίας αυτών σε έδαφος τoυ forum από όργανα αλλοδαπού κράτους που ήταν παρόντα στο ίδιο έδαφος κατά το χρόνο τέλεσης των αδικοπραξιών τούτων και άν ακόμη πρόκειται για πράξεις κυριαρχικής εξουσίας (iure imperii)».
Πριν σχολιάσουμε τα επιχειρήματα της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας, χρήσιμο θα ήταν να γίνουν κάποιες παρατηρήσεις. Εν πρώτοις, ίσως φαίνεται αντιφατικό ότι, ενώ στην αρχή της επιχειρηματολογίας του το δικαστήριο κάνει λόγο για εθιμικό κανόνα περί ετεροδικίας, στο τέλος καταλήγει σε συμπεράσματα περί εθιμικού δικαίου μη υπαγωγής στην ετεροδικία. Πώς γίνεται να συνυπάρχουν αντιφατικοί μεταξύ τους εθιμικοί κανόνες;
Ακόμη κι αν δεχθούμε τη θέση ότι η ετεροδικία συνιστά διεθνή εθιμικό κανόνα,δ εν σημαίνει πως δεν μπορεί να διαμορφωθεί νεότερος και ειδικότερος εθιμικός κανόνας που να περιορίζει την ισχύ του πρώτου. Άλλωστε ο θεσμός της ετεροδικίας, ενδοτικού (μη αναγκαστικού δηλαδή) δικαίου κανόνας είναι επιδεκτικός περιορισμών και εξαιρέσεων.
Στο επόμενο τμήμα της ενότητας για το Δίστομο, θα ακολουθήσει ανάλυση των επιχειρημάτων της αρεοπαγητικής απόφασης σε αντιδιαστολή με τα επιχειρήματα της μειοψηφίας[16] , καθώς επίσης και η παρουσίαση της απόφασης  6/2002 του  Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.



[1]Τσικρικάς Δ., Σκέψεις για τη θεμελίωση της λειτουργίας της ετεροδικίας των κρατών, Δ 2006
[2] Η περιγραφή βασίζεται στην αρεοπαγητική απόφαση.
[3] Βλ. και Μ. Panezi, σχόλιο υπό ΑΕΔ 6/2000, RHDI 2003, 209 ‘...their acts are attributable to the State, as they were performing their duties as state organs thus resulting to state responsibility’.
[4] ΠολΠρωτΛιβαδιάς 137/97, ΝοΒ1998. 246επ.
[5]Κατ'αντιδιαστολή προς τις πράκεις iure imperii, με τις οποίες ασκείται από το κράτος δημόσια εξουσία
[6] Το δεύτερο αυτό στοιχείο το αρύσθηκε η απόφαση από τη γνωμοδότηση του καθ. Ιωάννου για το σχετικό ζήτημα, που δημοσιεύεται σε ΕλλΔ/νη 1996, 1531επ.
[7] Βλ. κριτική Γ.Τσιλιώτη, Η αδικοπρακτική ευθύνη των στρατευμάτων κατοχής στην Ελλάδα, το ζήτημα της ετεροδικίας του ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και το ΑΕΔ, Δ 2000,10
[8] ΕφΑθ 1122/1999, ΝοΒ 1999, 973 επ.
[9] Συγκεκριμένα έκρινε ότι «οι πράξεις αυτές δεν αποτελούσαν τμήμα της δημόσιας εξουσίας του κατέχοντος ούτε συνιστούσαν αναγκαίο επακόλουθο του δημόσιου χαρακτήρα της γερμανικής κατοχής».
[10] Δηλ. για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (559-1 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα του διεθνούς εθιμικού κανόνα της ετεροδικίας, όπως επικαλέστηκε, για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (559-19 ΚΠολΔ), δηλαδή εν προκειμένω για μη νόμιμη βάση ως προς τη διαπίστωση εθιμικού κανόνα εξαίρεσης από την ετεροδικία, για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων (559-4 ΚΠολΔ) και για παράνομη κήρυξη ακυρότητας, (559-14 ΚΠολΔ), εδώ της αγωγής λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας.
[11] 563 παρ.2 στοιχ.β’ ΚΠολΔ
[12] Η συνθήκη αυτή, στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης, υπογράφηκε στη Βασιλεία στις 16.5.1972 και επικυρώθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστρία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία, τη Σουηδία και την Κύπρο.
[13] Η απόφαση τονίζει ότι ότι η Σύμβαση ενέχει κωδικοποίηση προϊσχύοντος δικαίου της Ηπειρωτικής Ευρώπης.
[14] Βλ. όμως και εισήγηση Μ. Γαβουνέλη, Η από 15 Νοεμβρίου 2001 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, Ασυλία αλλοδαπού κράτους για αδικοπρακτική ευθύνη, Δ33, 785επ. και συγκεκριμένα σελ.786, όπου σημειώνεται πως «Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Κρατικών Ασυλιών δεν θεωρήθηκε κατά το χρόνο υιοθετήσεώς της ως κωδικοποίηση ισχύοντος δικαίου, αλλά μάλλον ως ‘προοδευτική ανάπτυξη του δικαίου των ασυλιών’. Κατά ρητή αναφορά στην εισηγητική Έκθεση το τελικό κείμενο της Συμβάσεως λαμβάνει υπ’όψιν ‘τις τάσεις της νομολογίας και της επιστήμης στην πλειοψηφία των χωρών’», καθώς επίσης και σελ.789, όπου αναφέρεται ότι το Πρωτοδικείο του Haarlem (ολλανδικό δικαστήριο) σε μια απόφασή του (L.F. and H.M.H.K. κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας  (7 May 1986, NYIL, 1989, 285)), θεώρησε ότι η πρακτική των κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης εμφανίζει τόσο σημαντικές αποκλίσεις, ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι η σύμβαση συνιστά πηγή περιφερειακού εθιμικού δικαίου».
[15] Έγινε στην απόφαση ρητή μνεία στηFSIA ΗΠΑ (1976), SIA Ηνωμένου Βασιλείου (1978), FSIA Αυστραλίας   (1985), SIA Καναδά (1982), SIA Ν.Αφρικής (1981).
[16] Μειοψήφισαν 5 μέλη του Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου.

Κονγκό (Μέρος ΙΙ)

της Άντυς Λιακοπούλου
 
Το Μάιο του 2005 ένα νέο Σύνταγμα υιοθετήθηκε από την Εθνοσυνέλευση, το οποίο επικυρώθηκε με πολύ ενθουσιασμό τον Ιανουάριο του 2006. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές μετά από 36 χρόνια έλαβαν χώρα στο Κονγκό. Ο Καμπιλά έλαβε 44.8 % των ψήφων, αλλά δεν ήταν αρκετό ώστε να κερδίσει αυτοδυναμία. Οι συγκρούσεις από την πολιτική αστάθεια δεν άργησαν να ξεσπάσουν, πυροδοτώντας τις πιο άγριες συγκρούσεις που είχε δει η περιοχή από το 2002. Τρεις μήνες μετά, στις επαναληπτικές εκλογές ο Καμπιλά κέρδισε 58% των ψήφων και υπήρξε ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος ηγέτης της χώρας μετά από τεσσερις δεκαετίες.

Τον Αύγουστο του 2007 ένας επαναστάτης στρατηγός, ο Λωρεντ Νκουντα δημιούργησε στρατιωτικές ομάδες αποτελούμενες από Τούτσι και στρατιώτες του τακτικού στρατού της χώρας και άρχισε να επιδίδεται σε ένοπλες επιθέσεις, ισχυριζόμενος ότι προστατεύει τους Τούτσι από τους Χούτου της Ρουάντα.  Το αποτέλεσμα των επιθέσεων ήταν ο βίαιος εκτοπισμός εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων.

και η δημιουργία εστιών εχθροπραξιών, που δυναμίτιζαν την ήδη εύθραυστη κατάσταση. Τον Ιανουάριο του 2008 η Κυβέρνηση και οι επαναστάτες υπέγραψαν συμφωνία αμοιβαίου αφοπλισμού και ένωσης των δυνάμεών τους στον εθνικό στρατό. Η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός δεν μακροημέρευσε, καθώς επτά μήνες αργότερα οι αντάρτες και ο τακτικός στρατός ξεκίνησαν εκ νέου τις εχθροπραξίες.Μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου οι αντάρτες είχαν καταλάβει τη βάση της Rumangaboebel και είχαν αρχίσει να κινούνται προς την Goma, την πρωτεύουσα της επαρχίας του Βορείου Kivu. Πριν από την κατάληψη της Goma, οι επαναστάτες δήλωσαν ότι θα σταματήσουν τις εχθροπραξίες.Την ίδια περίοδο, όργισμένοι πολίτες επιτέθηκαν κατά των ειρηνευτικών δυνάμεων των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες, σε συνολική αποτίμηση, αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές τόσο στην απόκρουση των ανταρτών όσο και στην προστασία των αμάχων. 

Με την απειλή γενίκευσης των εχθροπραξιών και υπό το φωςς της αποτυχίας των Ηνωμένων Εθνών, οι αρχηγοί αρκετών Αφρικανικών κρατών και ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Ban Ki-moon συναντήθηκαν το Νοέμβριο του 2007 στη Ναϊρόμπι της Κένυας και συμφώνησαν για άμεση παύση των εχθροπραξιών, με τη ρήτρα την προστασία των αμάχων να την αναλάβουν αφρικανικές ειρηνευτικές δυνάμεις στην περίπτωση που οι δυνάμεις του ΟΗΕ ξανααποτύγχαναν.

Οι συγκρούσεις ωστόσο συνεχίστηκαν. Εκθέσεις της International Rescue Committee ανέφεραν πως, παρά την κινητοποίηση της μεγαλύτερης ειρηνευτικής δύναμης που χρησιμοποιήθηκε ποτέ, περίπου 45.000 άνθρωποι κατά μέσο όρο κάθε μήνα έχαναν τη ζωή τους στο Κονγκό κατά το έτος 2008 κυρίως από την πείνα και τις κακουχίες.

Σε μία προσπάθεια να αντιμετωπίσει τους αντάρτες, τον Ιανουάριο του 2009 η Κυβέρνηση του Κονγκό ζήτησε τη βοήθεια ρουαντιανών στρατιωτικών δυνάμεων. Τελικά ο Νκουντα συνελήφθη, οι δυνάμεις των ανταρτών αποδυναμώθηκαν, εστίες ωστόσο εχθροπραξιών παρέμειναν ενεργές και για τους επόμενους μήνες στις ανατολικές επαρχίες της Δημοκρατίας του Κονγκό.

O πόλεμος στο Κονγκό, ο οποίος χαρακτηρίστηκε το αιματηρότερο γεγονός της υφηλίου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέληξε στο θάνατο 5,5 εκατομμυρίων ανθρώπων και στον εκτοπισμό τεσσάρων εκατομμυρίων ακόμα, ενώ υπήρξε από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές καταστροφές, κατέχοντας θλιβερες πρωτιές σε απάνθρωπες μεθόδους εξόντωσης πληθυσμών, με προεξάρχουσα αυτή των ομαδικών βιασμών (βλ. και http://news.bbc.co.uk/2/hi/8677637.stm.Haunted by Congo dilemma rape -  AMnesty International www.amnesty.org/en/library/info/AFR62/018/2004)


Η σημερινή κατάσταση της χώρας χαρακτηρίζεται από σχετική πολιτική σταθερότητα, με τον πρόεδρο Καμπιλα να ξανασυμμετέχει στις επόμενες προεδρικές εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 2011, με τις πληγές ωστόσο από τον πρόσφατο πόλεμο ακόμα ανοιχτές.

video:
http://www.youtube.com/watch?v=Vv8llEj0CXw

ΚΟΝΓΚΟ - Μέρος Α΄

της Άντυς Λιακοπούλου
 
Α. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ1

Ο πόλεμος στο Κονγκό ξεκίνησε το 1996, όταν ένοπλες ομάδες επαναστατών ξεκίνησαν έναν αιματηρό αγώνα για την ανατροπή ενός από τους πιο διεφθαρμένους και μεγαλομανείς ηγέτες στην παγκόσμια ιστορία, του Μομπούτου Σέσε Σέκο. Οι συγκρούσεις, οι οποίες γενικεύτηκαν ωστόσο στην ευρύτερη περιοχή, έχουν τις βαθύτερες ρίζες τους στον εμφύλιο μεταξύ Χούτου και Τούτσι στη Ρουάντα. Κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας εκατοντάδες χιλιάδες Χούτου από τη Ρουάντα, αλλά και το Μπουρούντι εγκαταστάθηκαν στο ανατολικό Ζαϊρ.2Σύντομα στα στρατόπεδα αυτά επικράτησε η σκληροπυρηνική δύναμη των Ιντερχάμουε Χούτου, γνωστή για τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στη γενοκτονία στη Ρουάντα.
Το 1996, ο πλέον κυριαρχούμενος από δυνάμεις των Τούτσι στρατός της Ρουάντα εισέβαλε στο Ανατολικό Ζαϊρ, υποστηριζόμενος από στρατό από το Μπουρούντι και την Ουγκάντα με το αιτιολογικό της τιμωρίας των Χούτου που είχαν στρατοπεδεύσει στη περιοχή. Η κυβέρνηση του δικτάτορα Μομπούτου Σέσε Σέκο3αντιτάχθηκε σθεναρά στις πρωτοβουλίες αυτές των γειτονικών χωρών, οι οποίες, προς αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή του, χρηματοδοτούσαν και ενίσχυαν το κίνημα των επαναστατών κατά της κυβέρνησης Μομπούτου Συνασπισμός Δημοκρατικών Δυνάμεων για την Απελευθέρωση του Κονγκό, το οποίο είχε βρει τον κύριο εκφραστή του στο πρόσωπο του Λωρεν-Ντεζιρέ Καμπιλά.
Η «συμμαχία» αυτή μεταξύ ρουαντιανών δυνάμεων και Καμπιλά έφερε γρήγορα τα αποτελέσματά της. Ο Μομπούτου, έχοντας μάλιστα απολέσει την υποστήριξη των μέχρι τότε συμμάχων του Αμερικανών και έχοντας γίνει ιδιαίτερα αντιπαθής στο λαό του Κονγκό, χάνει την εξουσία και το Μάιο του 1997 αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας ο Καμπιλά, ο οποίος μετονόμασε τη χώρα σε «Δημοκρατία του Κονγκό».
Ο νέος ηγέτης της χώρας ζήτησε από τις στρατιωτικές δυνάμεις των συμμάχων του να εγκαταλείψουν το ανατολικό τμήμα του Κονγκό, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στις τρεις χώρες που συμμετείχαν στις σχετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αλλά και στο εσωτερικό της χώρας πολλοί Κονγκολέζοι είχαν αρχίσει να θεωρούν τον Καμπιλά ως δάκτυλο των ξένων δύνάμεων, δεδομένης της πρότερης σχέσης του με τα όμορα κράτη.
Η ένταση κορυφώθηκε στις 14 Ιουλίου 1998, όταν ο Καμπιλά αντικατέστησε τον ρουαντιανής καταγωγής4 υπεύθυνο προσωπικού του, Καμπάρε, με έναν Κονγκολέζο. Δύο εβδομάδες αργότερα και θεωρώντας εαυτόν αρκετά ισχυρό, ευχαρίστησε τη Ρουάντα για τη βοήθειά της και διέταξε όλες τις στρατιωτικές δυνάμεις από τη Ρουάντα και την Ουγκάντα να εγκαταλείψουν τη χώρα. Τις επόμενες 24 ώρες απέλυσε όλους τους ρουαντιανούς στρατιωτικούς συμβούλους.
Τα γεγονότα αυτά θορύβησαν εντονότατα ορισμένα εθνοτικά στοιχεία Τούτσι5, τα οποία άρχισαν να επιδίδονται σε βιαιοπραγίες σε βάρος γειτονικών ομάδων. Οι συγκρούσεις αυτές σε συνδυασμό με την ασταθή εσωτερική κατάσταση επέτειναν το ήδη βεβαρυμένο κλίμα. Η κυβέρνηση του Καμπιλά κινδύνευσε να καταρρεύσει και «σώθηκε» ουσιαστικά χάρη στη βοήθεια τρίτων αφρικανικών κρατών, όπως το Ζιμπάμπουε και η Ναμίμπια.
Τον Αύγουστο ωστόσο του 1998 η Ρουάντα επεδίωξε κλιμάκωση των εχθροπραξιών ενισχύοντας τις δυνάμεις των Μπανυαμουλένγκε Τούτσι. Για να τους αντιμετωπίσει ο Καμπιλά στρατολόγησε ομάδες Χούτου στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να υποδαυλίσει το μίσος των Κονγκολέζων για τους Τούτσι, χρησιμοποιώντας προπαγανδιστικά μέσα6. Αποτέλεσμα αυτών ήταν πολυάριθμες συγκρούσεις σε πλήθος πόλεων της χώρας, μεταξύ αυτών δε και στην Κινσάσα.
Παράλληλα επιδόθηκε σε έναν επίμονο αγώνα προσεταιρισμού νέων συμμάχων, ο οποίος απέδωσε σχετικά σύντομα, καθώς στις 19 Αυγούστου 1998, τρία μέλη της Βορειοαφρικανικής Κοινότητας Ανάπτυξης, η Ναμίμπια, η Ζιμπάμπουε και η Αγκόλα, η καθεμιά για δικούς της λόγους7 τάχθηκαν στο πλευρό του Καμπιλά. Επιπλέον, τρεις ακόμη χώρες εκδήλωσαν έμπρακτα τη συμπαράστασή τους στον κογκολέζο πρόεδρο. Οι χώρες αυτές ήταν το Σουδάν8,το οποίο ενίσχυε τρία αντάρτικα κινήματα στην Ουγκάντα που δρούσαν κατά της επίσημης κυβέρνησης, η Λιβύη, της οποίας ο ηγέτης Μοαμάρ Αλ Καντάφι είδε τη συμμετοχή της χώρας του ως όχημα για να βγει από την πολιτική απομόνωση, αλλά και να αποκτήσει μερίδιο από την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του Κονγκό, και τέλος το Τσαντ, το οποίο υποκινούμενο ουσιαστικά από την επιθυμούσα να επαναυξήσει την πολιτική της δύναμη στην περιοχή Γαλλία συμμετείχε στη διαμάχη.
Όπως καθίσταται εμφανές από την ως τώρα παρουσίαση, η γενίκευση του πολέμου στο Κονγκό είχε για τις εμπλακείσες χώρες διπλή διάσταση: αφ’ενός συμμετείχαν χώρες που ήθελαν να αυξήσουν την πολιτική τους επιρροή στην περιοχή ή να συντελέσουν στην αποδυνάμωση άλλων χωρών, κυρίως της Ουγκάντα,9και αφ’ετέρου να αρυσθούν οφέλη10 από τα πλούσια ορυχεία διαμαντιών, χρυσού, κοβαλτίου κ.α. Σε κάθε περίπτωση όμως χρησιμοποιήθηκαν προς φανατισμό των λαών και των στρατιωτών συνθήματα υπέρ εθνοκάθαρσης, ώστε η γενικευμένη σύγκρουση να προσλάβει αντίστοιχο χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό ωστόσο που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι τα περισσότερα κράτη δεν αναμίχθηκαν επισήμως εισερχόμενα σε πόλεμο, αλλά ενίσχυαν στρατιωτικά και οικονομικά τις ομάδες που τους συνέφερε.
Συνθήκη Ειρήνης της Λουζάκα
Η πρώτη αυτή φάση του πολέμου έληξε με τη Συνθήκη Ειρήνης της Λουζάκα που υπογράφηκε τον Ιούλιο του 1999 από τις έξι συμμετασχουσες χώρες, τη Δημοκρατία δηλαδή του Κονγκό, την Αγκόλα, τη Ναμίμπια, το Ζιμπάμπουε, την Ουγκάντα και τη Ρουάντα και κάποιες ομάδες επαναστατών. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, όλες οι πλευρές συνεργαζόμενες υπό μία κοινή Στρατιωτική Επιτροπή θα εντόπιζαν, κατέγραφαν και αφόπλιζαν όλες τις ένοπλες ομάδες, ειδικά αυτές που
σχετίζονταν με τη γενοκτονία στη Ρουάντα. Προς έλεγχο της εφαρμογής των όρων της Συνθήκης το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εγκατέστησε 90μελή ομάδα προσωπικού στη χώρα.

Η Συνθήκη της Λουζάκα ωστόσο δεν έμελλε να εφαρμοστεί πλήρως. Αμέσως σχεδόν μετά την υπογραφή της, η μία χώρα άρχισε να κατηγορεί την άλλη για παραβίασή της. Η κατάσταση είχε ενταθεί και πάλι και επεισόδια είχαν αρχίσει να σημειώνονται.
Τον Ιανουάριο του 2001 ο Καμπιλά δολοφονείται από έναν σωματοφύλακά του. Δεν διακριβώθηκε με σιγουριά ποιος βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία. Την ηγεσία της χώρας ανάλαβε ο γιος του Ζοζέφ Καμπιλά, στο πρόσωπο του οποίου πολλοί –ιδίως στη Δύση- είδαν έναν ήπιων τόνων και καλλιεργημένο αρχηγό που θα έβγαζε ειρηνικά τη χώρα από το αδιέξοδο. Τον επόμενο μήνα, ο νέος ηγέτης συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Ρουάντα Πωλ Καγκάμε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου συμφώνησαν την εκούσια αποχώρηση των στρατευμάτων της Ουγκάντα και Ρουάντα.
Τη δέσμευση αυτή ακολούθησαν τέσσερις συμφωνίες, όπως αυτή του Sun City, τον Απρίλιο του 2002, όπου προβλεπόταν συγκεκριμένο πλαίσιο για τη διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας. Τρεις μήνες αργότερα υπογράφηκε στη Ν.Αφρική (Πρετόρια) συμφωνία με τη Ρουάντα για την αποχώρηση των τέως ρουαντιανών στρατευμάτων και την απομάκρυνση από το Κονγκό των Ιντερχαμουε Χούτου που συμμετείχαν στη γενοκτονία της Ρουάντα12. Σημαντική είναι επίσης και η Συμφωνία Ειρήνης του Γκμπαντολιτ μεταξύ Κονγκό και τριών ομάδων ανταρτών υποστηριζόμενων από την Ουγκάντα, γνωστές με τα λατινικά αρχικά MLC, RCD-N, RCD-ML.13Τέλος, στις 6 Σεπτεμβρίου 2004, μία ακόμη συμφωνία, αυτή της Λουάντα υπογράφηκε για την αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων της Ουγκάντα από το Κονκό. Και η τελευταία όμως είχε την τύχη των προηγουμένων, καθώς ούτε αυτή έτυχε εφαρμογής.
Στα τέλη Νοέμβρη 2004, ο πρόεδρος Καγκάμε της Ρουάντα δήλωσε ότι προτίθεται να στείλει στρατεύματα στο Κονγκό να πολεμήσουν ενάντια στις δυνάμεις των Χούτου και συγκεκριμένα την ομάδα δημοκρατικές Δυνάμεις για την Απελευθέρωση της Ρουάντα, οι οποίοι δεν εγκατέλειψαν την περιοχή, όπως προέβλεπε η συμφωνία της Πρετόρια14.


1 Edgerton Robert G., The troubled Heart of Africa: A History of the Congo, St. Martin’s Press, (2002)
2 Το όνομα της χώρας πριν μετονομαστεί σε Κονγκό.
3 Ο Μομπούτου κυβερνούσε τη χώρα από το 1965, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες τον είδαν ως ανάκομμα στην επέκταση της κομμουνιστικής απειλής στην υποσαχάρια Αφρική.
4 Για να διασκεδάσει πάντως τις εντυπώσεις έκανε τον Καμπάρε σύμβουλο του αντικαταστάτη του επί στρατιωτικών θεμάτων.
5 Ήδη μία φυλή Τούτσι, οι λεγόμενοι «Μπανυαμουλενγκε» είχαν εγκατασταθεί στο ανατολικό τμήμα της χώρας.
6 Χαρακτηριστικά ήταν τα μηνύματα φανατισμού που εξέπεμπαν ραδιοφωνικές εκπομπές, τα οποία παρακινούσαν το λαό να οπλιστεί κατά των Τούτσι. Βλ.ειδικότερα την ιστοσελίδα του BBC (http://news.bbc.co.uk/l/hi/world/monitoring/149901.stm)
7 Κύριος πάντως λόγος της εμπλοκής της Ναμίμπια και του Ζιμπάμπουε ήταν τα μεγάλα κοιτάσματα διαμαντιών και οι ποικίλλες μορφές φυσικής ενέργειας που διαθέτει το Κονγκό.
8 Βλ.και http://www.hrw.org/worldreport99/africa/sudan.html
9 Η Ουγκάντα έλεγχε μέρος των πλουτοπαραγωγικών πηγών στο βορειοανατολικό και κεντρικό Κονγκό και επιπλέον είχε συμμετάσχει στο παρελθόν στην ενίσχυση αντικυβερνητικών ομάδων σε διάφορες αφρικανικές χώρες και ιδίως στο Σουδάν.
10 Η επιθυμία ελέγχου των πηγών πλούτου του Κονγκό δημιούργησε μάλιστα πολλές τριβές στις σχέσεις και φαινομενικά συμμαχουσών δυνάμεων, όπως όταν π.χ. στην πρώτη φάση του πολέμου δόθηκε εντολή από την Ουγκάντα να στείλει στρατεύματα σε δυνάμεις Χούτου! Επιπλέον το 1999 στρατεύματα από την Ουγκάντα και τη Ρουάντα συγκρούστηκαν στην πόλη του Κισιγκάνι.
11 Gondola Ch.Didier, The History of Congo, Greenwood Press, (2002)
12 Οι περίπου 20.000 ρουαντιανοί στρατιώτες πάντως αρνήθηκαν να αποχωρήσουν αν δε λυνόταν οριστικά το πρόβλημα με τους Χούτου του ανατολικού Κονγκό.
13 Mouvement de Liberation du Congo, Rally for Congolese Democracy.
14 Σχετικώς, ο αρχηγός της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών M’Hand Djalouzi είχε δηλώσει πως το ζήτημα εάν πρόκειται για εισβολή της Ρουάντα ή απλή περιστασιακή διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων θα εξεταζόταν προσεκτικά και θα αποδίδονταν ευθύνες.

Νταρφούρ- μέρος ΙΙ (συνέχεια)

της Άντυς Λιακοπούλου

2007-2011:

Το 2007 άρχισε ελπιδοφόρα για το Νταρφούρ, με μία συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ανάμεσα στην κυβέρνηση του Σουδάν και στις επαναστατικές ομάδες. Η συμφωνία προέβλεπε παύση των εχθροπραξιών για 60 ημέρες αρχικά, κατά τη διάρκεια των οποίων αμφότερα τα μέρη θα προέβαιναν σε διαπραγματεύσεις προς οριστική λύση του προβλήματος και εγκαθίδρυση ειρήνης στην περιοχή. Δυστυχώς και αυτές οι ελπίδες διαψεύστηκαν, καθώς σημειώθηκαν σε πολλά χωριά του Νταρφούρ επεισόδια βίας, με αποκορύφωμα τη στοχοποίηση και δολοφονία μελών της ειρηνευτικής δύναμης της Αφρικανικής Ένωσης τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς. Τρεις μέρες μετά ο Πρόεδρος των ΗΠΑ G.W.Bush σε ομιλία του στο Μουσείο Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ καταδίκασε την αδιαλλαξία της σουδανικής κυνέρνησης, απειλώντας με κυρώσεις οικονομικής φύσεως απέναντι στο Σουδάν. Ο πόλεμος επεκτάθηκε και πέρα από το Σουδάν, με τους janjaweed να καίνε και χωριά και να κατασφάζουν αμάχους και στο γειτονικό Τσαντ. Στις 3 Μαΐου υπεγράφη μεταξύ των κυβερνήσεων του Σουδάν και του Τσαντ συμφωνία ειρήνης, η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, και όρους περί μή παροχής αρωγής σε ένοπλα κινήματα που στρέφονταν εναντίον κάποιας από τις δύο κυβερνήσεις.


Οι επόμενοι μηνες χαρακτηρίζονται από αδιάκοπες, πλην σχεδόν πάντα αποτυχημένες προσπάθειες για διαπραγματεύσεις, με τις επαναστατικές ομάδες να διεκδικούν αυτονομία στην περιοχή. Το κίνημα JEM (Justice and Equality Movement)έκανε λόγο ακόμη και για ανεξαρτησία του Νταρφούρ. Οι ειρηνευτικές δυνάμεις της Αφρικανικής Ένωσης πλήττονται και πάλι το Σεπτέμβριο του 2007. Οι εχθροπραξίες κορυφώνονται το Μάιο του 2008, με συγκρούσεις στο Χαρτούμ και σε γειτονικές πόλεις για τον έλεγχο της πρωτεύουσας, οι οποίες κατέληξαν σε απώθηση των επαναστατικών δυνάμεων από την πόλη. Οι επαναστατικές ομάδες ανασυγκροτούνται και συνενώνονται τους επόμενους μήνες, για να έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή εκπροσώπηση στο νέο γύρο διαπραγματεύσεων που ξεκινά στη Ντόχα το Δεκέμβριο του 2010 με κύρια θέματα το καθεστώς διοίκησης του Νταρφούρ και τις αποζημιώσεις. Τελικά, μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα της Αφρικανικής Ένωσης, του ΟΗΕ και του Αραβικού Συνδέσμου, υπεγράφη στις 14 Ιουλίου 2011 συμφωνία ειρήνης ανάμεσα στην κυβέρνηση του προέδρου του Βορείου Σουδάν Ομάρ Αλ Μπασίρ και του Κινήματος για την Ελευθερία και τη Δικαιοσύνη (υπό το οποίο είχαν συνενωθεί ομάδες ανταρτών). Πέντε μόλις ημέρες πριν διακηρύσσεται η ανεξαρτησία του Νοτίου Σουδάν.

Ο απολογισμός του πολυετούς πολέμου τραγικός:οι σουδανικές αρχές κάνουν λόγο για 19.500 νεκρούς, οι ανεξάρτητες ανθρωπιστικές οργανώσεις ωστόσο τους υπολογίζουν πάνω από 400.000 (μονο την πρώτη χρονιά σημειώθηκαν 50.000 θάνατοι με κύρια αιτία την πείνα), ενώ οι εκτοπισμένοι και οι συγκεντρωθέντες σε στρατόπεδα προσφύγων σε εκατοντάδες χιλιάδες. Κι ενώ για χρόνια οι janjaweed, ενθαρρυνόμενοι από τη σουδανική κυβέρνηση διέπρατταν αποτρόπαια εγκλήματα, μόλις τον Απρίλιο του 2007 το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του πρώην Υπουργού Εσωτερικών του Σουδάν Αχμέντ Χαρούν και του αρχηγού των janjaweed Αλί Κουσαϊμπ για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η σουδανική κυβέρνηση δεν αναγνώρισε τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Τον Ιούλιο του 2008 ο Εισαγγελέας του Διεθνούς Δικαστηρίου απήγγειλε δέκα κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου εναντίον του σουδανού προέδρου Ομάρ Αλ Μπασίρ, μεταξύ των οποίων και για γενοκτονία1. Κατα την προδικαστική διαδικασία, ωστόσο, κρίθηκε ότι, βάσει της Σύμβασης της Ρώμης, δεν υπήρχε dolus specialis (ειδικ'η πρόθεση) από μέρους του Αλ Μπασίρ για γενοκτονία. Ο ίδιος αρνήθηκε τις κατηγορίες και αγνόησε το ένταλμα σύλληψης. Το Μάιο του 2010 κατήγαγε μεγάλη νίκη στις προεδρικές εκλογές...



1Η διατύπωση των κατηγοριών δημιούργησε πρόβλημα καθώς η έκφραση οου χρησιμοποιήθηκε ήταν "(the Sudanese president )masterminded and implemented a plan to destroy in substantial part" , με αποτέλεσμα να γίνει μήνυση στον Εισαγγελέα Οκάμπο από τις τρεις αυτές ομάδες, σε βάρος των οποίων διαπράχθηκαν τα εγκλήματα

International law case studies: Νταρφούρ (Ι)


της Άντυς Λιακοπούλου

Οι πρόσφατες εξελίξεις στον αραβικό κόσμο και οι αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας ήγειραν για μια ακόμη φορά πολλά ερωτηματικά σχετικά τόσο με τη σκοπιμότητα, όσο και με τη νομιμότητα των (καθυστερημένων τις περισσότερες φορές) επεμβάσεων των Ηνωμένων Εθνών σε περιπτώσεις όπου όχι μόνο διακυβεύεται η παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια, αλλά και όπου υφίσταται ή πιθανολογείται ανθρωπιστική κρίση.

Σκεφτήκαμε λοιπόν να κάνουμε μια στήλη στο juria όπου θα παρουσιάζονται συνοπτικά case studies προσφατων και παλαιότερων περιπτώσεων ενεργοποίησης (ή μη) του κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών που προβλέπει απόκλιση από τον κανόνα της μη επέμβασης στα εσωτερικά των κρατών. Θα εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά και η εξέταση του αν μπορούν να υπαχθούν στις προϋποθέσεις του κεφαλαίου VII. Θα παρουσιαστεί επίσης το δόγμα responsibility to protect που γεννήθηκε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, προσπαθώντας να καλύψει το κενό απραγίας της διεθνούς κοινότητας σε περιπτώσεις γενοκτονιών και κατάφωρων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με πιο χαρακτηριστική αυτή της Ρουάντα.

Στόχος της στήλης δεν είναι ούτε η δημοσιογραφική αναπαραγωγή ανθρωπιστικών δραμάτων, ούτε η νομικίστικη εξέτασή τους από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου. Στόχος είναι η συνοπτική, αντικειμενική παρουσίασή τους και ο προβληματισμός σχετικά τόσο με το νόμιμο όσο και το αποτελεσματικό των επεμβάσεων της διεθνούς κοινότητας. Γι' αυτό θεωρούμε σημαντικό να υπάρχει διαδραστικότητα στη στήλη μας, σχόλια από τους αναγνώστες μας και γόνιμη ανταλλαγή απόψεων.

Η στήλη θα είναι εβδομαδιαία. Κάθε case study θα χωριζεται σε δύο τμήματα για την πληρέστερη παρουσίαση και την ευχερέστερη ανάγνωσή τους. Πρώτος σταθμός: το πολύπαθο Νταρφούρ.

Νταρφούρ (Μέρος Ι)

Το Νταρφούρ[1]είναι μια περιοχή έκτασης 490.000 τ.χμ στο ανατολικό Σουδάν. Εκεί διαβιούν περίπου 6 εκατομμύρια άνθρωποι, μουσουλμανικής κυρίως θρησκείας (με εξαίρεση το νότιο τμήμα, όπου η πλειοψηφία είναι ανιμιστές). Βρίσκεται στην έρημο Σαχάρα, στοιχείο που το έχει καταδικάσει σε υποανάπτυξη, φτώχεια και λειψυδρία. Το μόνο σημείο στο Νταρφούρ το οποίο θεωρείται σχετικά ευνοημένο από τη φύση και τις περιστάσεις είναι μια μικρή ηφαιστιογενής περιοχή περί τα όρη Marrah, στο κέντρο του Νταρφούρ, η οποία έγινε ορμητήτιο και καταφύγιο διαφόρων ομάδων, νομάδων και πολεμιστών.
Το Νταρφούρ διήλθε από πολλές φάσεις κατάκτησης στη μακραίωνη ιστορία
 του :από παραδοσιακούς ισλαμιστές (1982-1874) και Αιγύπτιους μονάρχες(1879-1916), μέχρι Βρετανούς αποικιοκράτες (1917-1956). Οι κατακτήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την παρουσία και δράση πολλών διαφορετικών ομάδων πληθυσμών, καθεμιά με τις ιδιομορφίες της και τις ανάγκες της για ζωτικό χώρο, οι οποίες τις οδηγούσςν πολλές φορές σε συγκρούσεις μεταξύ τους. Το Νταρφούρ έχει επιπλέον την ιδιαιτερότητα ότι είναι περιοχή διερχομένων αράβων νομάδων, τους οποίους δεν έβλεπαν πάντοτε θετικά οι μόνιμα διαμένοντες κάτοικοι των τριών κυρίως φυλών, Four, Masalit και Zaghawa.

1983-2006:
Ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80, η διέλευση των Αράβων ήταν χωρίς προβλήματα. Το 1983 κάτοικοι του νοτίου Σουδάν επαναστάτησαν κατά της κυβέρνησης. Στις συγκρούσεις ενεπλάκησαν και Άραβες. Τα αίτια της γενίκευσης των εχθροπραξιών ήταν πολλαπλά: δεν ήταν μόνο μια διαμάχη βορρά-νότου, φτωχών και περισσότερο ευνοημένων, φυλών με διαφορετική κουλτούρα και υπόβαθρο, ομάδων με ανάγκη για επικράτηση. Ήταν όλα αυτά μαζί, αλλά επιπλέον και η αγωνία φτωχών πληθυσμών να τύχουν της κρατικής μέριμνας και να έχουν πρόσβαση σε πηγές ενέργειας.
Το Φεβρουάριο του 2003, δύο ομάδες επαναστατών, το Σουδανικό Απελευθερωτικό κίνημα (SLM) και το Κίνημα για την Ισότητα και τη Δικαιοσύνη (JEM) κατηγόρησαν την Κυβέρνηση ότι ευνοεί τους Άραβες Σουδανούς σε βάρος των μή Αράβων και ξεκίνησαν ένοπλο αγώνα. Η κατάσταση χειροτερεύει όταν η κυβέρνηση του Ομάρ ελ Μπαχίρ εξαπολύει ένοπλους άραβες, τους (d)janjdjawid[2], οι οποίοι με επικεφαλής τον Choukratalla, παλιό αξιωματικό του σουδανικού στρατού εισβάλλουν στα χωριά του Νταρφούρ και κατασφάζουν τον πληθυσμό.
Οι καταστροφές που προκαλούν είναι ασύλληπτες: χωριά ολόκληρα καίγονται, άνθρωποι βασανίζονται μέχρι θανάτου, ομαδικοί βιασμοί διαπράττονται σε βάρος ατόμων κάθε φύλου και ηλικίας και μάλιστα το έγκλημα αυτό χρησιμοποιείται ως μέσο συστηματικής εξόντωσης του πληθυσμού. Αρκεί κανείς να διαβάσει τις εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστείας για να αντιληφθεί το μέγεθος της θηριωδίας, αν καταφέρει βέβαια να αντέξει τις φρικιαστικά ρεαλιστικές περιγραφές των θυμάτων. Όσο η διεθνής κοινότητα καθυστερεί να παρέμβει, οι janjdjawid συνεχίζουν ανενόχλητοι το τερατώδες έργο τους. Mη κυβερνητικοί οργανισμοί, αλλά και η πολιτική ηγεσία πολλών χωρών στην περιοχή κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και κάνουν λόγο όχι μόνο για απλή υποκίνηση από μέρους της σουδανικής κυβέρνησης, αλλά και εγια ξοπλισμό τους.Ο διεθνής τύπος αρχίζει να ευαισθητοποιείται και να κατακρίνει τη στάση της κυβέρνησης, την οποία κατηγορεί μεταξύ άλλων και για πυρηνικές δοκιμές επάνω στον πληθυσμό.
Η πρώτη επίσκεψη του τότε Γενικού Γραμματέως του ΟΗΕ Κόφι Ανάν γίνεται τον Ιούλιο του 2004 και αρχίζει να διαφαίνεται κάποια ελπίδα επίλυσης του προβλήματος, όμως η αδιαλλαξία της σουδανικής κυβέρνησης, η οποία αρνείται κάθε συνεργασία με τον ΟΗΕ και παραβιάζει όλες τις συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός, οδηγεί τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο. Η αδιαλλαξία αυτή καθίσταται εμφανέστερη όταν μετά από την υιοθέτηση εκ μέρους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ της απόφασης 1564/18.9.2005 ( σύμφωνα με την οποία ορίζεται ότι τυχόν άρνηση της σουδανικής κυβέρνησης να επαναφέρει την ειρήνη στην περιοχή και να συνεργαστεί με την Αφρικανική κυβέρνηση θα επισύρει κυρώσεις οικονομικής φύσεως), ο Σουδανός Υπουργός Εξωτερικών Μουσταφά Οσμάν Ισμαήλ απορρίπτει κάθε είδους πρόταση.
Ο απολογισμός των συρράξεων είναι τραγικός. Στις 23/7/2004 η UNESCO κάνει λόγο για 30.000 νεκρούς σε 15 μήνες, ενώ τον Ιανουάριο του 2005, οι θάνατοι φαινεται να έχουν αγγίξει τους 70.000. 180-300 χιλιάδες πρόσφυγες έχουν καταφύγει στο γειτονικό Τσαντ, ενώ οι εκτοπισμένοι υπολογίζονται σε 1,8 εκατομμύρια. Η περιοχή υπέστη, χωρίς υπερβολές, μια από τις μεγαλύτερες και τραγικότερες ανθρωπιστικές καταστροφές στην ιστορία όχι μόνον της αφρικανικής ηπείρου, αλλά και ολόκληρης της υφηλίου.
Το Μάιο του 2006 η κυνέρνηση του Σουδάν υπογράφει συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με το τμήμα εκείνο του SLA το ελεγχόμενο από τον Μινι Μινάουι, ηγέτη του κινήματος, την οποία δεν έκαναν δεκτή οι άλλες δύο ομάδες των επαναστατών στους κόλπους του SLA.
Οι εχθροπραξίες συνεχίζονται και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, προσθέτοντας στους μακρείς καταλόγους των νεκρών και μέλη ανθρωπιστικών οργανώσεων, ενώ καταγράφονται και ακραία περιστατικά ομαδικών βιασμών κοντά στο στρατόπεδο προσφύγων Kalma. (International Rescue Committee Report 24/8/2006). Η σουδανική κυβέρνηση εμμένει στην άρνησή της να δεχτεί αποστολή ειρηνευτικής δύναμης 17.000 στρατιωτών- απεσταλμένων από τον ΟΗΕ και, παραβιάζοντας τη συμφωνία του Μαΐου, αποστέλλει 10.000 Σουδανούς στρατιώτες στο Νταρφούρ, ζητώντας παράλληλα την απομάκρυνση της ειρηνευτικής δύναμης 7.000 στρατιωτών που η Αφρικανική Ένωση είχε αποστείλει εκείνο το διάστημα. Ο Σουδανός Πρόεδρος Αλ Μπασίρ δήλωσε χαρακτηριστικά ότι δεν θα επιτρέψει στην επεκτατική πολιτική της Δύσης να μετατρέψει το Σουδάν σε νέο Ιράκ.
 Οι συμπλοκές συνεχίζονται ως το τέλος της χρονιάς, με την εμπλοκή πλέον και νέων αραβικών ομάδων. Όσο η διεθνής κοινότητα δεν επεμβαίνει αποτελεσματικά, μια από τις σημαντικότερες επισιτιστικές κρίσεις της εποχής στερεί από 360.000 ανθρώπους πρόσβαση σε τροφή. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα κάνει λόγο για απρόκλητη επίθεση σουδανικών ενόπλων δυνάμεων στην πόλη Σίρμπα που κατέληξαν στο θάνατο δεκάδων αμάχων.
Η αργοπορία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών να επιληφθεί του προβλήματος στο Σουδάν επέσυρε τη διεθνή κατακραυγή εναντίον του. Η σχετική καταγεγραμμένη δράση του κατά την περίοδο 2004-2006 έχει ως εξής:
Στις 22 Απριλίου 2004 και μετά από αρκετό χαμένο χρόνο, απεστάλη τελικά Διεθνής Επιτροπή Έρευνας για το Σουδάν, η περίφημη Επιτροπή Cassesse, η οποία μετά από πολύμηνη παραμονή στην περιοχή, άμεση επαφή με τους εμπλεκομένους και fact-finding, απεφάνθη στις 31/1/2005, ότι διεπράχθησαν όντως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και διαπιστώθηκε σοβαρή και μαζική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων[3], απέφυγε ωστόσο να χαρακτηρίσει τις σχετικές πράξεις ως γενοκτονία.  Επιπλέον, δόθηκαν από την Επιτροπή τα ονόματα πενηντα ενός ατόμων υπευθύνων για τις παραβιάσεις και έγινε σύσταση προς παραπομπή τους ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.
Στις 7 Μαρτίου 2005 ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν[4] ζήτησε από το Συμβούλιο Ασφαλείας  να ενισχύσει την εκεί ήδη απεσταλμένη από την Αφρικανική Ένωση ειρηνευτική δύναμη. Η σχετική απόφαση δεν ελήφθη αμέσως, καθώς υπήρξε στους κόλπους του Συμβουλίου Ασφαλείας διαφωνία σχετικά με τους μηχανισμούς παρέμβασης, την απόδοση ευθυνών και την έκταση των προς επιβολή κυρώσεων[5]. Συγκεκριμένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αρνητικές στο ενδεχόμενο παραπομπής των υπευθύνων στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Αντ’αυτού, διατυπώθηκε η σκέψη ίδρυσης ενός αφρικανικού ad hoc δικαστηρίου με έδρα την Τανζανία ή τη Νιγηρία.
Τελικά ελήφθη η απόφαση (24/3/2005) αποστολής ειρηνευτικής δύναμης για την εποπτεία της περιοχής του Νοτίου Σουδάν, πουθενά όμως δεν έγινε ειδική μνεία για το Νταρφούρ. Με την απόφαση αυτή ενισχύθηκε επίσης το εμπάργκο όπλων και το «πάγωμα» περιουσιακών στοιχείων μελών της κυβέρνησης.
Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιας ανακοινώθηκε ότι έχουν δοθεί στον Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου τα πενηνταένα περίφημα ονόματα, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται υψηλόβαθμα στελέχη από τις τάξεις της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας. Η κυβέρνηση του Σουδάν επιμένει ωστόσο ότι δεν θα παραδώσει τους υπόπτους. Τελικά στις 31/5/2005 εκδίδεται η απόφαση 1593 του Συμβουλίου Ασφαλείας (με τα μόνιμα μέλη ΗΠΑ και Κίνα να απέχουν από την ψηφοφορία), σύμφωνα με την οποία η υπόθεση Νταρφούρ παραπέμπεται στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Το 2006 χαρακτηρίζεται από συνεχείς καθυστερήσεις του Συμβουλίου των ΗΕ να επιβάλουν την απόφασή τους για αποστολή ειρηνευτικής δύναμης στο Νταρφούρ. Το Σεπτέμβριο του 2006, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν σε μία δραματική του δήλωση τονίζει ότι η τραγωδία στο Νταρφούρ έχει φτάσει σε οριακό σημείο.








[1]  Σημαίνει «πατρίδα των Φουρ», μιας φυλής που επικράτησε στο τμήμα αυτό του Σουδάν για αιώνες.
[2]  Σημαίνει «διάβολοι με όπλα»
[3]  h ttp://www.un.org/News/dh/sudan/com_inq_darfur.pdf
[4]  Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ είχε ήδη επισκεφτεί το Σουδάν τον Ιούλιο του 2004 και η επίσκεψή του είχε μεταξύ άλλων ως συνέπεια και τη δέσμευση από μέρους της σουδανικής κυβέρνησης για αφοπλισμό των janjwawid-δέσμευση που, ωστόσο, δεν υλοποιήθηκε ποτέ.
[5]    http://www.boston.com/news/world/europe/articles/2005/03/17/stalemate_delays_sudan_peacekeeping_troop)